επικοινωνία unnamed  321  290  267  dgd

banner11

Ὁ «πνευματικός πατέρας» τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης

9324

Ὁ «προφήτης Ἰερεμίας» εἶναι τό δεύτερο σέ ἔκταση βιβλίο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης (περιλαμβάνει 52 κεφάλαια) καί εἶναι, ὅπως τά ὑπόλοιπα βιβλία τῆς Βίβλου, μεστό θεολογικῶν ἐννοιῶν. Ἀναφέρεται στήν ζωή καί τίς προφητεῖες τοῦ ὁμώνυμου προφήτη τοῦ ὁποίου τό ὄνομα σημαίνει «ὁ Θεός ἀνυψώνει».

Ἀπό τό ἴδιο τό βιβλίο γνωρίζουμε ὅτι καταγόταν ἀπό τήν Ἀναθώθ μιά μικρή πόλη στά βοριοδυτικά τῆς Ἰερουσαλήμ. Ἤταν γιός τοῦ ἱερέα Χελκία καί ἡ οἰκογένειά του ἦταν εὔπορη. Γεννήθηκε κατά τό 650 ἤ 640 π.Χ. Ἔλαβε μόρφωση σέ διάφορες ἐπιστήμες, ὅπως τήν ἱστορία καί τήν φιλολογία ἀλλά κυρίως μελέτησε τούς πρό αὐτοῦ μεγάλους «Πατέρες καί Διδασκάλους», τούς προφῆτες δηλαδή Ἠσαΐα καί Ὠσηέ. Ἀπό τά χαρακτηριστικά τῆς προσωπικότητάς του ἀποδεικνύεται «τύπος μονήρης, αὐθόρμητος καί ἔντονα συναισθηματικός».

Χαρακτηριστικό τοῦ βίου του εἶναι τό κάλεσμά του ἀπό τό Θεό στό προφητικό ἀξίωμα σέ νεαρή ἡλικία (627π.Χ.). Ἔδρασε κυρίως στήν Ἰερουσαλήμ στά χρόνια τῶν βασιλέων Ἰωάχαζ, Ἰωακείμ, Ἰεχονία καί Σεδεκία.

Θέματα τά ὁποῖα ἀντιμετώπισε ἦταν ὁ θρησκευτικός συγκριτισμός, ἡ ἔκλυση τῶν ἠθῶν, ἡ κοινωνική ἀνισότητα, ἡ ἀναβίωση τῆς εἰδωλολατρίας καί ἡ τυπολατρεία. Ζεῖ τίς πιό φοβερές γιά τό ἔθνος του στιγμές, ἀφοῦ τό 597 π.Χ. ἡ Ἰερουσαλήμ πολιορκεῖται ἀπό τούς Βαβυλωνίους, οἱ ὁποῖοι μέ ἡγέτη τόν Ναβουχοδονόσορα (605-561π.Χ.) «ἁρπάζουν τούς θησαυρούς της καί σύρουν στήν ἐξορία πλῆθος ἀξιωματούχων καί λαοῦ». Ἡ κορύφωση τοῦ τέλους, ὁ διασκορπισμός τοῦ πληθυσμοῦ δηλαδή γίνεται τό 586 π.Χ., ὅπου λαμβάνει χώρα ἡ ἅλωση τῆς Ἰερουσαλήμ. Βιώνει ἔτσι ὅλη τήν τραγική αὐτή στιγμή γιά τούς συμπατριῶτες του, τόν ἐκπατρισμό ὅλων τῶν ἰουδαίων. Συγκλονίζεται ἀπό τήν ἔκβαση τῶν γεγονότων ἀλλά ταυτόχρονα τά βλέπει «θεολογικά». Ἔτσι, προτρέπει σέ μετάνοια καί ἐπιτίθεται στούς ψευδοπροφῆτες πού παραπλανοῦσαν τόν λαό. «Ἐπισείει τόν κίνδυνο στούς ἄρχοντες, ἀλλά δέν εἰσακούεται. Δέν παραλείπει ὅμως, πέραν ἀπό κάθε ἀπαισιόδοξη πρόβλεψη, νά διαγράψει ἐλπιδοφόρο τό ἀπώτερο μέλλον. Ἐπισημαίνει λοιπόν ὅτι ἡ τιμωρία θά συντελέσει στήν ἐσωτερική μεταστροφή τοῦ ἀνθρώπου, πού θά ἐξαλείψει τήν ἁμαρτία καί θά προετοιμάσει τό ἔδαφος γιά τή νέα Διαθήκη».

Στό βιβλίο δίνεται μιά σπουδαία πληροφορία ὡς πρός τήν ἐκφορά καί τήν καταγραφή τῶν προφητικῶν λόγων. Ὁ Ἰερεμίας ἐντέλλεται ἀπό τόν Θεό νά καταγράψει τούς λόγους του καί αὐτός πράγματι τούς ὑπαγορεύει στόν βοηθό του καί γραμματέα του Βαρούχ. Ἀπό αὐτό ἀποδεικνύεται ὅτι τά προφητικά κείμενα εἶναι θεόπνευστα καί γράφτηκαν γιά νά «μείνουν». Ἔτσι διατηρήθηκαν καί μποροῦν νά διαβαστοῦν σέ κάθε ἐποχή. Ἀφοροῦν σέ κάθε ἐποχή.

Μιά ἄλλη ἀλήθεια περί τοῦ βιβλίου εἶναι ἡ «διμορφία» του. Εἶναι λογικό τό βιβλίο, ὅπως ἀναφέρει ὁ καθηγητής κ.Καλαντζάκης, νά ἀποτελεῖ προϊόν μακρᾶς συνθετικῆς ἐργασίας. Ὅταν μιλοῦμε γιά «διμορφία» ἐννοοῦμε αὐτό πού συμβαίνει σέ πολλά σημεῖα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, δηλαδή τήν ὕπαρξη δύο κειμένων, τοῦ πρωτοτύπου (μασωριτικοῦ) κειμένου καί τῆς μετάφρασης τῶν Ο´. Σημειώνονται λοιπόν διαφορές μεταξύ αὐτῶν τῶν δύο κειμένων, ἀλλά ἀφοροῦν ἐπί τό πλεῖστον στήν ἔκταση καί τήν διάταξή τους καί ἐπίσης δέν εἶναι ἀντιφατικές μεταξύ τους.

Ἔχει τονιστεῖ ὅτι σημαντική γιά πολλούς λόγους εἶναι ἡ ἀναφορά τοῦ κάθε βιβλίου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης στήν Καινή Διαθήκη. Στό βιβλίο τοῦ Ἰερεμία ὀφείλουμε καί αὐτήν τήν ἔννοια τῆς Καινῆς Διαθήκης στό Ἰερ. 31, 31-34, ἀφοῦ γίνεται ἀναφορά περί τῆς ἐλεύσεως τοῦ Χριστοῦ φέροντας καί κομίζοντας «νέα διαθήκη». Σέ ἀρκετά σημεῖα τῆς Καινῆς Διαθήκης γίνεται ἄμεση ἤ ἔμμεση ἀναφορά στούς λόγους τοῦ Ἰερεμία. (Ἑβρ.7, 22. Β´Κορ. 3, 1-6 κ.ἄ.).

Καί στήν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας γίνεται χρήση ἀπό τό βιβλίο τοῦ Ἰερεμία, ὅπως ἐπίσης καί οἱ Ἐκκλησιαστικοί Συγγραφεῖς καί οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν ἀσχοληθεῖ μέ τό βιβλίο. Σημειώνουμε τούς Ὠριγένη (PG 13, 255-606), Ἰωάννη Χρυσόστομο (PG 64, 739-1038), Θεοδώρητο Κύρου (PG 81, 495-760) καί Ὀλυμπιόδωρο (PG 93, 626-627).

Προχορώντας στό περιεχόμενο τοῦ βιβλίου μποροῦμε νά σημειώσουμε ὅτι ὁ μελετητής πρέπει νά σταθεῖ ὁπωσδήποτε στούς λεγόμενους μονολόγους του. Πρόκειται γιά κείμενα σέ ποιητική μορφή, στά ὁποῖα ὁ Προφήτης καταθέτει τήν ψυχή του. Ἀποκαλύπτει τόν ἐαυτό του, τίς σκέψεις του γιά τήν κατάσταση πού ζεῖ καί τά συναισθήματά του. Σέ αὐτά τά κείμενα πού χαρακτηρίζονται ἀπό λυρισμό φαίνεται νά διεξάγεται ἕνας ἀγώνας «μεταξύ τῆς πιστότητας στήν ἐκτέλεση τῶν προφητικῶν του καθηκόντων καί τῶν προσωπικῶν του ροπῶν γιά μιά ἥσυχη ζωή. Ἐδῶ συναντοῦμε ἕναν ἀληθινό ἀνθρώπινο προφήτη, στά ἐνδότερα τοῦ ὁποίου ἀνιχνεύεται ἡ σύγκρουση τῆς θείας ἐπιταγῆς, πού τόν ὁρίζει στό ἀξίωμα τοῦ προφήτη, μέ τό ἀνθρώπινο συναίσθημα, πού ἀντιδρᾶ στήν ἀποδοχή του ἡ ἔνταση τῆς φυσικῆς του συναισθηματικότητας μέ τό σκληρό μήνυμα, πού καλεῖται νά κηρύξει δημόσια».

Ὡς πρός τήν διδασκαλία του προφήτη τρία εἶναι τά βασικά γνωρίσματα τῶν λόγων του. Ἡ περί Θεοῦ, περί ἱστορίας καί περί ἀνθρώπου διδασκαλία του. Κηρύττει τόν Θεό ὡς δημιουργό, κυρίαρχο τῆς φύσεως καί τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως καί τῆς ἱστορίας. Ἐπίσης παρουσιάζει τόν Θεό ὡς παντογνώστη (Ἰερ.11, 20). Σημαντική πτυχή τῶν λεγομένων του εἶναι ὅτι «τό κέντρον τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ καρδία καί μεταθέτει τήν ἕδραν τῆς θρησκείας εἰς αὐτήν. Οὕτως ἡ θρησκεία ἀποτελεῖ ὑπόθεσιν ἀτομικήν, ὁ δέ ἄνθρωπος εἶναι ὑπεύθυνος τῶν πράξεών του. Διά τοῦ ἰδιαίτερου τονισμοῦ τῆς ἰδέας ταύτης ἀποβαίνει ὁ κατ᾽ἐξοχήν ἐκπρόσωπος τῆς ἀτομικῆς θρησκείας, ὁ διδάσκαλος τῆς ἐξατομικεύσεώς αὐτῆς».

Ἄλλα θέματα τῆς διδασκαλίας του μποροῦν νά συνοψιστοῦν στά ἑξῆς: ἡ ἀξία τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, ἡ δύναμη τῆς ἁμαρτίας, τό πρόσωπο τοῦ Μεσσία καί ἡ ἰδέα περί μεσσιανισμοῦ, τό «ἱερό ὑπόλοιπο» τῶν πιστῶν καί ἡ προσευχή ὡς μέσο ἐπικοινωνίας Θεοῦ καί ἀνθρώπων.

ποιμην

ΓΩΝΙΑ ΜΙΚΡΩΝ ΦΙΛΩΝ

Πηγή: Ιερά Μητρόπολις Λεμεσού