banner11

Γιά τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ

9036

Του Αγίου Νικοδήμου τογιορείτου

«λλοίμονο στόν καιρν κενο πού δέν σγαποσα», λέγει κάπου πρς τν Θεό, φλεγόμενος πρωτα, γιος Αγουστνος.

γ δ μεταβάλλοντας λαφρς τν λόγο, θλεγα ναλόγως: λλοίμονο στόν καιρν κενο πού δέν εχαν κδοθ δι το τύπου τ πάνσοφα κα θαυμαστ κα θεόβροντα συγγράμματα το μεγάλου φωστρος τς Θεσσαλονίκης Γρηγορίου. ς χαθ φθόνος! Μλλον δ πατρ το φθόνου, ποος φησε τ συγγράμματα ατ κάπου τέσσερις αἰῶνες κα πλέον μέσα στό σκότος, παραπεταμένα σ μίαν κρη, κα μόλις νά σωθον π τν φθορά, ατά πού σαν χι μόνον ξια λλ καπεράξια νά δον τ φς τς οκουμένης λοκλήρου, γιά νά μν επω ξια κα τοδίου το ορανο.

Μαζ μ τλλα δεινά πού περιβάλλουν τ δυστυχς γένος μας, ταν κα ατ τ καλό, νά στερηθον τόσοι δελφοπ τν φθόνο πού παρακολουθε κάθε καλό. Κα γιά τν στέρησι ατ θρηνεθική, ποία καθαίρει π τ πάθη, διότι ζημειώθη τν κριβεστάτη διάκριση κα στάθμη τν ρετν κα τν παθν. Θρηνε φυσικ θεολογία, ποία φωτίζει τν ψυχή, καθς κα Θεόπνευστος Γραφή, ποναζητον τος τρανος καληθες λόγους τους. Πρ παντς θρηνε θεολογικπιστήμη, ποία δηγε στήν τελειότητα, πειδ μένει κόμη κάπως τελής, κα γι’ ατναζητε γοερς τν τελειότητά της.

Κα γιά νά επω μνα λόγο, λη κκλησία το Χριστο καλο τρθόδοξον πλήρωμα, λος ερς κλρος πού εσέρχεται στό ερό Βμα κα προσεγγίζει τν Θεόν, καλος λαός, πο παραμένει ξω π τ Βμα, , ποίαν δόξα χουν στερηθ, ποίαν δύναμη, ποον πλοτον π τν λλειψη τοιούτων πνευματικν θησαυρν! Κα γιά νά μιλήσω κάπως πι τολμηρά, ποίαν δοξίαν νδοξος, ποίαν δυναμίαν δυνατή, ποίαν πτωχείαν εχε περιβληθ μέχρι σήμερα πλουτοδότις κκλησία, πειδ δέν εχε τ συγγράμματα το θείου Παλαμ

λλς εναι ελογητς ες τος αἰῶνας Υἱὸς κα Λόγος το Πατρς κα Νοός, δοτρ κα ατιος κάθε καλο κα μάλιστα τν λόγων περ Ατο τοδίου. Ατς κα τώρα τ μεταβάλλει λα μόνον μ τν θέληση, κα τν τωρινν αἰῶνα τν κάμει μακαριστόν. Κα τν φθόνον διαλύει, κα τν λύπη μεταβάλλει σ χαράν, κα στήν κκλησία ποδίδει τν στολισμ της μ τν κδοση τν συγγραμμάτων ατν. Κα οκονόμησε τσι τ πράγματα, πως μπορε νά συμπεράν κανείς, στε νά προηγηθον παιδαγωγικότερα συγγράμματα λλων θεολόγων, γιά νά καταστήσουν τος νόες δεκτικος τν ψηλν συγγραμμάτων το θείου τούτου Πατρός, τποα ποτελον σύνοψη κα κατάληξη λων κείνων καί, κατ κάποιο τρόπο, πισφράγισμά των. Διότι ατς εναι θεσμς κα τάξις πανίερος, κα στα γγελικ τάγματα, πάντοτε κα σλα, πρώτα διδνται ττελέστερα κα στοιχειώδη, καστερα τ τελειότερα, ξ ατίας τς τελείας κείνων πού θ τ δεχθον. Ατ βεβαιώνει Νόμος Μωσαϊκς κα τ Εαγγέλιο. μν ς τελς προκηρυττόμενος πρς τελες, τ δς τέλειο ποκαλυπτόμενο στερα π τν νόμο πρς τελείους. λλωστε ατ φανερώνουν τυπικς κα ο φωνς τς σάλπιγγος πάνω στό Σιν, οποες, λέγει, φθασαν βαθμιαίως σ μεγάλη νταση.

κτς ατν, δέν ταν καθόλου νεκτ στόν Θεόν, λλ οτε κα δίκαιον, τος λόγους πού γραψε στις πλάκες τς καρδίας χι μ μέλανι λλ μ τ Πνεμα, νά τος φήσ νά μενον στό σκότος, γνώστους, δόξους, κατσι νά στερονται κα ο σύγχρονοι κα ο μελλοντικο χριστιανοπ τόσην φέλεια, λλ κα μ τν τρόπον ατν νά περιφρονται φίλος το Γρηγόριος, ποκοπίασε νά τος γράψ.

Για νά δείξω μλίγα λόγια τoν νδρα λέγω τξς: Γρηγόριος φθασε στήν κρότητα τς πράξεως κα τς θεωρίας, περισσότερο π τoν καθένα. Λοιπόν, τρισόλβιος κάθισε σναν τόπον στόν ερν θω, θόρυβο καπλησίαστο καί, φονέβη πάνω π κάθε ασθητν κα κάθε σύγχυση (ς χρησιμοποιήσω γιά τόν αυτν του τ λόγια τδικ του), δίδεται λος στήν νοερν πιστροφ καστιάσ τς προσοχς στόν σω νθρωπον, μλλον στήν πιστροφν λων τν δυνάμεων τς ψυχς πρς τν νο, πργμα θαυμαστν κα νά τ λέγ κανείς. Κα σπεύδει νά ποπλύν μ τ πένθος, τποκρουστικν προσωπεον τποο το προξένησε περιπλάνησις στά γήινα. Καφονάγκασε σ περιορισμ μ βίαν σχυρ τ πολυπόρευτον τς διανοίας του, συνάπτεται μ τν Θεαρχικν Τριάδα δι τς συνεπτυγμένης κα νοερς προσευχς, κακαμε τ μοναδικν το νο τριαδικόν, ν κα δέν παυε νά εναι νιαον. Καρτερώντας δπ πολν χρόνο στήν κατάστασι ατ τν γεννητικν τν ποῤῥήτων μυστηρίων, κα καθαρίζοντας λο κα περισσότερο τoν αυτν του, τόν ποσπογγίζει π κάθε δαιμονικν πήρεια, λλ κα τόν παλλάσσει π κάθε τι πίκτητο, στω καν ατ εναι π τ πλέον θα κα δέν υπαίνει τόν νο.

φο λοιπόν, κατ τν θεον Μάξιμον, νλθε χι μόνον πάνω π τ πάθη, λλ καπάνω π τος λόγους περ παθν, οτε πάνω μόνον π τν φύση, λλ καπάνω πό τος λόγους τς φύσεως, οτε πάνω γενικς πσα νοητ δέν περβαίνουν τν φαντασία, λλ καπ τος λόγους των, δέχεται στήν καρδία του τόν νυπόστατον φωτισμ τς Θείας χάριτος, κατσι ερίσκει μέσα του λλον ορανν καλλο λιο κα τν νοητ σιγή, ποία πακολουθε, φυσικς στήν κατάστασι ατή, τν ποίαν πόστολος οστος νομάζει ερν φθεγξίαν, κατά τν ποία νεργεται λεγόμενος γκάρδιος κακπληκτικς ρως, πως λέγει θεος Σινατης Γρηγόριος. Μ ατν τν σωτερικν ργασίαν δεύοντας μέσα στήν δ το θείου φωτός, ρπάζεται κα ατς πως Παλος, χι μόνον κατ τν νο κα τς λλες ψυχικς δυνάμεις, λλ κα κατ’ ατν τν ασθησιν, (πλν τς ναπνος) μ μίαν λικν καπερφυσικν ρπαγή, κατ τν ποίαν γεννται πρς τν Κύριον κστατικς ρως, πως λέγει ατς Σιναΐτης Γρηγόριος. Καστερα νεβαίνει σρη αώνια, νάγεται χι μ τν φαντασία τς διανοίας λλ μ μίαν ποῤῥητο δύναμη το Πνεύματος, «ετε ν σώματι ετε κτς το σώματος» μ γνωρίζων. Καί, το θαύματος, γίνεται θεατς τν περκοσμίων, που κούει λάλητα ήματα, πργμα τποο δέν μπορε νά φανερωθ νά κφρασθ κα νά πιτευχθ.

κολούθως δέ, φοφθασε στόν πέρφωτο γνόφο τς θείας πηγς, πως λέγει κρυφιομύστης Διονύσιος, που εναι κεκαλυμμένα τπλά καπόλυτα κατρεπτα μυστήρια τς θεολογίας, καταξιώνεται νά δ κα νά γνωρίσ δι μέσου τς βλεψίας κα τς γνωσίας τν «πρθεον κα γνσιν» μ τ νά μν δ κα νά μ γνωρίσ. Διότι ατ εναι πραγματικρασις κα γνσις. Κα γιά νά μιλήσω συνοπτικά, μένει λος νθρωπος κατ τν ψυχ κα τ σμα στήν φύσ, λλ γίνεται λος Θες κατ τν ψυχ κα τ σμα μ τν πειρόδωρο χαρ τς θεώσεως, πως λέγει θεοφόρος Μάξιμος: «νώθη μ τν κατ φύσιν Θεν καγνώρισε τόσο τν γινωσκόμενον, σον εχε γνωρισθ ατς πκενόν πού γνωρίζει τ πάντα». εναι πικαιρο νά λεχθδω τό το Θεολόγου κα συνωνύμου περ ατο το συνωνύμου κα Θεολόγου: «Βλέπει μν τπίσθια το Θεο, τ δ πρόσωπον ατο δέν τομφανίζεται καθόλου. Καί, πως Μωυσς, φίλος Θεο χρηματίζει. πειδ δ τ τν φίλων εναι κοινά, κατ τν παροιμία, γι’ ατ Θες ποκαλύπτει στόν φίλο του τ θεα του μυστήρια, κα τν διδάσκει ποκρύφους λόγους τς φύσεως, κα σηκώνει τ κάλυμμα καποίων σκοτεινν νοημάτων τς Γραφς. Κα το δίδει τ χάρισμα, χι μόνον τς διοράσεως τν ντων κακείνων πού δη πάρχουν, οτε μόνον τ χάρισμα τς διακρίσεως τν πνευμάτων κα τν πραγμάτων, λλ κα τ μέγιστον χάρισμα τς προοράσεως κείνων πού θ γίνουν μετ πολν χρόνον. Το δίδει κόμη κα τ χάρισμα τς θαυματουργίας, περισσότερον π κάθε γιον, μφθονίαν, καταν ταν στήν ζω κα μετ θάνατον, στε νά τοποδοθπ τν κκλησία πωνυμία το θαυματουργο. λλ τ μεγαλύτερο θαμα εναι τερν το σκήνωμα, εὐῶδες καδιάλυτον, πάνω π τος φυσικος ρους, πως κόμη κα μέχρι τώρα βλέπεται στήν Θεσσαλονίκη.

Κα Θες τοποκαλύπτει ρισμένα πκείνα τ συμβολικ «πίσθια», δηλαδ λόγους θείας δυνάμεως κανεργείας, σοφίας καγαθότητος, δόξς καπειρίας, καλων τν γύρω π τν Θεν φυσικς θεωρουμένων, τποα θεολόγος νος πρέπει νά ζητ. Διότι μόνα ατ εναι προσιτά. Ατ δέ πού συμβολικς λέγεται πρόσωπον το Θεο, δηλαδ ατν καθ’ αυτν τόν λόγο τς οσίας, εναι νεπίτρεπτο νά τ ζητποιοσδήποτε νθρωπος. πειδ εναι τελείως προσπέλαστος καπρόσιτος σ κάθε κτιστ νο καχι μόνον νέκφραστος, λλ καντελς νώνυμος καγνωστος, κα ερίσκεται πάνω καπ ατν τν «καθ’ περουσιότητα θέσιν».

λλ γιατ νά λέγωμε πολλά; Θες μαζ μ τλλα χαρίσματά του χαρίζει τ δρο νά θεολογσφαλς καπταίστως, πο εναι τψηλότατον πλα τ δρα, κα πολυέραστο κα καταλληλότατο στό νά δηγ στήν θείαν γάπη.

Γιά τ χαρίσματα ατμεσίτευσε Μητέρα το Θεο κα πρτος τν θεολόγων, ωάννης Εαγγελιστής, ποος μραμα μυστικν τνήγγειλε στόν Γρηγόριο, σ στιγμή πού ερίσκετο σ κατάστασιν γρηγόρσεως. Καχι μόνον ατό, λλδιος ωάννης, σ νυκτερινν πτασίαν το συνιστ νά συγγράψπωσδήποτε χάριν τς φελείας τν χριστιανν, λα σα τονήχησε τ πνεμα στά τα τς καρδίας. Ατ εναι τξαιρετικν πλεονέκτημα τν συγγραμμάτων τοδικο μου θεολόγου, κατ τποον περέχει π τος λλους θεολόγους, τι ρχισε νά συγγράφσα συνέγραψε χι π προσωπικν πιθυμία οτε χωρς θεία θέληση, λλ κατόπιν θείας ποκαλύψεως καντολς. τσι λοιπν Γρηγόριος μέσα σ πολν χρόνο, χι μόνον μαθε, λλ καπαθε τ θεα, κατελειοποιήθη μ τν νωση κα τν γνωριμία μ ατά, γιά νά κφρασθπως ρεοπαγίτης. Κατσι ρχίζει νά θεολογπλανς, πειδνκε στήν τάξιν χι πλς ατν πού καθαίρονται, λλκείνων πού χουν δη καθαρθ τν τελειοτάτην κάθαρση το νο κα τς καρδίας, φο κανωρίτερα εχε κα θεοπτίες, οποες περέχουν πείρως π τν μ μόνον τν λόγον θεολογίαν. Κα ατ διότι κουσε τν συνώνυμόν του Θεολόγον, τι δέν εναι εκολον τ πργμα, οτε εναι γιά τν καθένα νά θεολογληθς, λλ γιά κείνους πού χουν καθαρθ στήν ψυχ κα στό σμα, τουλάχιστον ερίσκονται στό στάδιον τς καθάρσεως.

Μ ατς λοιπν τς προϋποθέσεις λογογραφε τπόῤῥητα δόγματα τς εσεβείας, ανε τν Κύριον σ καθέδρα πρεσβυτέρων καπισκόπων, κατσι ναπτύσσει τ μυστήρια το Θεο, χι μόνο στήν κκλησία τν Θεσσαλονικέων, λλ κα σλην τν κκλησία κα τν Σύγκλητο, λαμπρυνομένην π τν παρουσία τν βασιλέων, κα σ πολλς συνόδους πολ μεγάλες κα πολυανθρώπους, πολάχιστα στερον π τς οκουμενικές. Καντιπαρατάσσεται γενναίως στίς ντιθέους κενοφωνίες τν αρετικν, κα μ τς Γραφικς κα λογικς ποδείξεις νικ τούτους κατ κράτος κα στήνει τ τρόπαιον. Προμαχε τς πίστεως, περμαχε τς ρθοδοξίας τν Θεολόγων Πατέρων, κα χάριν ατς φυλακίζεται καποθνσκει κατ προαίρεσιν. πλους δέ πού τν κουαν κα τν βλεπαν, λλ δέν τν γνώριζαν, θαυμάζετο περβολικ καθεωρετο ς ληθς θεολόγος, ποος δέν στερε στό παραμικρν π τος μεγάλους κα περιφανες θεολόγους, Βασίλειον τν Μέγα, Γρηγόριον τν Θεολόγον, ωάννην τν Χρυσόστομον, θανάσιον κα Κύριλλον κα τος λοιπούς.

τσι, μνα λόγον, φς πάρχοντας, κα φς βλέποντας, κα στό φς διαμένοντας, μ τ φς ννοε καμιλε κα συγγράφει λα τ θεουργικ του φτα. Διότι τσι νομάζω γ τ συγγράμματά του, μ τποα ο γνωστικο φωταγωγονται κα μεταμορφώνονται πρς θέωση, σύμφωνα μ τν λόγο το θείου Μαξίμου, μσα ναφέρονται στήν θική, σα στήν φυσικ Θεολογία, σα στήν ρμηνεία τν Γραφν, σα εναι τς μυστικς θεολογίας, σα νηπτικ κασα ντιῤῥητικά, κα μ,τι λλο περιέχεται στα συγγράμματά του…

λτε, λοιπόν, λοι σοι εστε μέτοχοι τς πουρανίου κλήσεως, στήν ποικίλην ατ καφθονο πνευματικ πανδαισία, τς ποίας στιάτωρ κα δημιουργς εναι μέγας κα Θαυματουργς Γρηγόριος, μλλον δ μέσα στόν Γρηγόριο φθεγγόμενος Παράκλητος. Ο μν πρακτικο καρχάριοι, τρώγετε τ καθαρν καδολον γάλα τς θικς διδασκαλίας, κα καθαρίζετε τν ψυχν κα τ σμα σς. σοι ρχισατε νά προκόπτετε, κατατρυφάτε π τ μέλι τς νηπτικς ργασίας το νοός, δι μέσου τς ποίας ερίσκεται τ μακαριστν πένθος, καντλείται πνευματικδονή πού πηγάζει νεκφράστως π τν καρδία, κα γνωρίζεται μ νοερν ασθησιν τι Κύριος ησος εναι χρηστς κα γλυκύτατος κατ τν Προφήτην. Ο δ μέσοι, πο τρέχετε πρς τν τελειότητα, τρώγετε τν στερεωτέρα τροφή, τν ρτον, λέγω, τς φυσικς θεωρίας, μυούμενοι κα στους βαθυτέρους λόγους τν θείων γραφν. Ο δ τέλειοι, πίνετε τν κστατικν ονον τς πρ φύσιν θεολογίας , μπορομε νά πομε, θεοπτίας, κα μεθύοντας ατν τν μέθη τς θεώσεως, δι τς χάριτος θ γίνετε τελείως κστατικοί. Καχι μόνον θνέλθετε πάνω π κάθε νόημα, λλ θ γίνετε καξω π τν αυτ σς γιά νά νωθτε λόκληροι μ τν Θεόν, δι τς περφυσικς νώσεως νακράσεως συμφύσεως δέν γνωρίζω τ νά επω καταλληλότερον. Πάντως, μ μίαν λέξιν, λοι πολαύσετε τν καλν κα λαμπρν ατν πανδαισίαν. λοι τρυφήσατε π τν τρυφ το συμποσίου ατο, πο δέν λαττώνεται κα δέν χάνεται, διότι εναι θάνατος, καφελενερμηνεύτως τν θάνατον ψυχή. Κα σς λέγω κενο τ εαγγελικόν, τι ληθς «πολλο σοφοί, διδάσκαλοι κα θεολόγοι πεθύμησαν δεν καπολαύσαι τούτων, ν μες ρτε καπολαμβάνετε, κα τς φέσεως οκ πέτυχον».

Πίνοντας μως τν καλν ονον τν ψηλν τούτων συγγραμμάτων, μ κατηγορήσετε γιά μέλειαν ατόν πού σς κάλεσε στό δεπνο, κα μ επητε πρς ατν τ λόγια τορχιτρικλίνου: «Πς νθρωπος πρτον τν καλν ονον τίθησι καταν μεθυσθσι τότε τν λάσσω. Σύ δ τετήρηκας τν καλν ονον ως ρτι». νόμος τν νθρώπων ατς εναι, λλ νόμος το Θεο εναι ντίστροφος, διότι, λέγει, πρτον προσφέρουν τν «λάσσω» καστερα τν «κάλλιστον». γιά τοτο κα ατς συνετηρήθη μέχρι τώρα, γιά νά χορηγηθ στους πιστος σν ξαίρετον δρο πού μς δόθη π τν Θεόν.

Ἐὰν στήν πνευματικν ατν εωχία πρέπει νά προσφέρω καγ κάτι εφραντικόν, θ επω στούς καλος συνδαιτημόνες μλίγα λόγια πόση δον κα χάρις πάρχει στά συγγράμματα ατά, γιά νά ρεθίσω τν πιθυμία σας στήν ναγνώσή τους. ταν διαβάζω τθικ το μεγάλου Γρηγορίου, ποτάσσομαι τν σάρκα κα τν κόσμο, μισ τ πάθη, κασπάζομαι τν «κεκρυμμένην σν τ Χριστ ζων» τν μοναχν. Μ τς ντολς καθαρίζομαι, ποθ νά συμβιώσω μ τς ρετς καί, νυψούμενος πρς τ τελειότερα, γίνομαι νας Θεο κα κατοικητήριον το Πνεύματος.

ταν διαβάζω τ Νηπτικά, μυομαι στά μυστικ ατργια τς ερς νήψεως κα τς εκτικς ρετς, κα μαθαίνω τν λικν πιστροφ το νος πρς τν σω νθρωπον, καθς κα τν πλαν κυκλικν κινήσ το νο κανάτασ του πρς τ θεον. Κα τότε εσέρχομαι στους ρους τς ληθος συχίας, κατ τν ποίαν νο τν διο τν αυτό μου, μλλον δ δι τοαυτο μου νο τν Θεόν, κα πλησιάζω πρς ατν δι καρδιακς κα συνεπτυγμένης εχς καμπύρου κατανύξεως, ποία γεννται π τν εχή. Κα μυσταγωγομαι κα μαθαίνω ποία εναι μονιμωτάτη καθαρότης το νο κα ποία τς καρδίας. Καχι μόνον ατά, λλ διδάσκομαι κα τος λόγους τς νοερς ατς πιστροφς μέσα στήν καρδία, καθς κα τς θεωρητικς ποδείξεις π τν Γραφήν, π τν φύσ καπ τν δία τν περα, γιά τν ρθότητα τς ργασίας ατς. Κα στά ποδεικτικ ατ στοιχεα πειθόμενος, καταγελς σόφους καμυήτους σους ντιλέγουν, ετε παλαιος ετε συγχρόνους.

ταν πάλιν γκύψω στα συγγράμματά πού πραγματεύονται περ τς φυσικς θεολογίας κα τς ρμηνείας τν Γραφν, ερίσκω κάποιες νέες κα πρωτότυπες ρμηνεες, συγκριτικς μσα χουν επε παλαιοτεροι γιοι, δι τν ποίων, μ τν ρμηνευτικν πεξεργασία, τ γράμμα ποκτπροσδόκητον βαθύτητα. Διότι γιος Πατρ σπασε τν φλοι τν ξωτερικν κφράσεων, καπεκάλυψε τ μυστικν κάλλος τν λόγων τς νσωμάτου σωμάτου φύσεως, ετε τν νοημάτων το Πνεύματος, τποον βλέποντας γτι ταν κρυμμένο σν μαργαριτάρι μέσα στό στρακον, πληρομαι π χαρν κα γίνομαι περισσότερον θεωρητικός, π βάθους σ βάθος βυθιζόμενος καπβύσσου σβυσσον κατερχόμενος. Κα γιά νά επω λην τν λήθεια, ερίσκω στά φυσικ κα στίς ρμηνεες τούς λόγους σφαλες κα σπουδαίους κα τετραγώνους. Ερίσκω νά ξακριβώνεται διος μυελς κα τ βάθος κάθε ξεταζομένου θέματος.

λλ προκειμένου γιά τ θαυμαστ θεολογικ καντιῤῥητικ συγγράμματα το μεγάλου Γρηγορίου, λόγος μου γαπ μν νά πλησιάση, λλ νά προσπελάση σ’ ατλιγγινώπιον τοψους κα το βάθους, το μήκους κα το πλάτους των, πο εναι ληθς νέκφραστα. Διότι χι μόνον συνέλεξε σ μίαν νότητα σα γράφησαν σποραδικς π τος λλους θεολόγους πατέρες, καπάνθισεν ,τι θεολογικώτερον πρχε, θεολογικώτατος κενος νος, πογινε τοιοτος χι πλς δυνάμει λλνεργεία, λόγω τς καθαρότητός του. λλ κα,τι φαίνετο ς μφιβόλου ρθοδοξίας ς πιλήψιμο στούς κακοδόξους, τ μεθερμήνευσε μ εσεβεστέρα διατύπωση θεοσόφως, κα διέσωσεν τσι τ κρος τν θεολόγων Πατέρων.

Πλν ατν, Θεος Γρηγόριος προσέθεσε σα τοπεκαλύφθησαν περφυς. λα ατ λοιπν τπεξεργασθ, κα τνεσωμάτωσε σ μίαν νότητα, στε νά ποτελον να πραγματικν ριστούργημα Θεολογίας, να τέλειον οκοδόμημα, τποον προκαλεντως τoν θαυμασμ σ κάθε κον κα διάνοιαν.

Σ ατ λοιπν τ συγγράμματα ταν γκύπτω γώ, μέσως γίνομαι ληθς θεολόγος. Ώ, πόσων μυστηρίων ξιώνομαι καριαίως, κα σ ποες νοερς συλλήψεις φθάνω! περπηδλα τνθρώπινα, διασχίζω τόν περίγειον τοτον έρα, περβαίνω τόν αθέρα, διέρχομαι πάνω π τόν μπύρινον ορανόν, λίγο κόμη κα θ φθάσω ως τρίτου ορανο. Πληρομαι πνθουσιασμόν, νεβαίνω ψηλότερα π τς γγελικς δυνάμεις, κα μυομαι τν σύγχυτον Μονάδα καδιαίρετον Τριάδα, τν να κα τρία Θεόν: τ μν κατ τν οσία, τ δ κατ τς ποστάσεις. Κα μαθαίνω τι μία εναι οσία ριθμητικς, σ τρες ποστάσεις, πλ, περινόητος, νώνυμος κα τελείως μέθεκτος π τν κτίσ. π δ τς τρες ποστάσεις. μν Πατρ εναι μόνη ρχ κα ατία καίζα τς «ν Υἱῷ καγίω Πνεύματι» θεωρουμένης θεότητος. δ Υἱὸς εναι ατιατόν, μόνον π τν Πατέρα γεννητς, λλχι κα ατιος το Πνεύματος. πίσης τ Πνεμα εναι ατιατόν, μόνον π μόνον τν Πατέρα κπορευόμενον, χι καπ τν Υόν. Κατσι ποβάλλω τ ατιατοαίτιον (σημείωση: τσι νομάζει γιος Νικόδημος τν Δυτικ καινοτομία τς κακ το Υοκπορεύσεως τογίου Πνεύματος (Φιλιόκβε)), τν νέαν ατν προσθήκην, ποία ναιρε τν μοναρχία μέσα στήν θεότητα, κα εσάγει κατ’ νάγκην στήν Τριάδα τν δυαρχίαν.

Κα δέν μαθαίνω μόνον ατά, τποα εναι κοιν μεταξ τν λλων θεολόγων Πατέρων, λλ μυσταγωγομαι κα στήν γνώση τς θεολογίας το μεγάλου Παλαμ, πρ τς ποίας γωνίσθη μέχρι τέλους μ διαλόγους κα μ τ συγγράμματά του. Κα συγκεκριμένως μαθαίνω κενο πού εναι μεταξ τς μεθέκτου οσίας το Θεο κα τν κτιστν νθρώπων πού μετέχουν σ’ ατό. Κα δι μέσου ατο μετέχουν τοδίου το Θεο. Ατ δέν εναι να μόνον, λλ κα πολλά. εναι ο οσιώδεις νέργειες κα δυνάμεις το Θεο, οποες διαφέρουν κα μεταξ τους καπ τν οσίαν. Κα μαθαίνω τι ονέργειες ατς εναι κτιστοι κατι Θες δέν εναι σύνθετος, πειδχει μίαν οσία κα τς πολλς ατς νέργειές του. εναι δ Θες κατ τν οσία πάνω πλα, ς ατιος τν κτίστων νεργειν καλων τν περ ατν ϊδίως θεωρουμένων τούτων νεργειν κα δυνάμεων. Καδ μν διδάσκομαι τι ατς μετέχονται κα γίνονται ρατς π τος γίους, νπ τος μγίους εναι μέθεκτες καόρατες. κε δέ, μαθαίνω τι ατό πού μετέχεται εναι κτιστο. λλν κακτιστον, μως δέν εναι οσία το Πνεύματος. Οτε πίσης, πειδ δέν εναι οσία το Πνεύματος, εναι κα χωρισμένον π τ Πνεμα, λλ εναι χώριστον.

Κα τώρα μν φωταγωγομαι διδασκόμενος τι, μετεχομένη π τος γίους θεοποις δωρε κανέργεια, λέγεται θεότης. Δηλαδ θεοποις δωρε πλουτε τπερφυς νομα τς οσίας το Θεο, π τν ποία προέρχεται φυσικς. Τώρα δ φωτίζομαι τι θεοποις δωρε δέν εναι κάτι τ κτιστν οτε χει σχέση μ τ φυσικ φαινόμενα. εναι ξω π τος ρους τς φύσεως, κα βλέπεται π τος ξίους ς φς νέργεια ατ τογίου Πνεύματος. χάρις ατ εναι κοιννέργεια τς γίας Τριάδος, μία μόνη κατ τν ριθμόν, κα «ρμται κ το Πατρς ς μόνου ατίου, προέρχεται, προχωρε δι το Υο κα φανεροται ν τγί Πνεύματι». Καταν μν τ θεον διαιρεται κατ τς ποστάσεις, εναι διαίρετον κατ τς νέργειες. ταν πάλι διαιρεται κατ τς δυνάμεις κανέργειες, μένει διαίρετον κατ τς ποστάσεις.

λλ κα κατ τν πολν ντως κα θεοφόρητον νον τν ερν Πατέρων, οσία νομάζεται ρθοδόξως κάθε μία π τς νέργειες το Θεο. Καχι λιγώτερο θεοφόρος πκείνους κα πνευματοφόρος κα χριστοφόρος Θεος Γρηγόριος λέγει τι μπορομε νά νομάζωμέ τίς νέργειες το Θεο οσίες, χι παραβαλλόμενες μ τν περούσιο μίαν οσίαν, π τν ποίαν πηγάζουν, λλς πρς τποτελέσματα κα τ κτίσματα τποα οσιοποιον. Διότι ν τ κτίσματα εναι οσίες, πολ περισσότερο οκτιστες νέργειες. π πλέον μαθαίνω π τν μοναδικν ατν κακριβέστατον θεολόγον, τι τ θεαρχικ πρόσωπα τς βασιλικωτάτης Τριάδος, ς πρς τν τρόπον τς πάρξεως, θεολογούναι αθυπόστατα κανυπόστατα, τποον οδες λλος θεολόγος πατρ επε μέχρι σήμερα.

λλ μαζ μ ατ διδάσκομαι τι τ φς τποον λαμψε στό ρος Θαβρ δέν εναι οτε φάντασμα οτε κτίσμα, κα κάτι κατώτερον π τν νθρωπίνην νοήσ, λλ οτε πάλιν οσία Θεο, πο εναι κα τ δύο κ διαμέτρου ντίθετα κακ κασότιμα σ δυσσέβεια. λλτι εναι φς κτιστον, οσιώδης νέργεια το Θεο, Θεότης κα Βασιλεία κα λαμπρότης, κασα λλα θεοπρεπνόματα τοδωσαν ο θεολόγοι Πατέρες.

φήνω λα τλλα κφαντορικ κα θεολογικ θεάματα τς πνευματοκινήτου διανοίας κα γλώσσης το Γρηγορίου, τποα εναι τόσον ψηλς κα μεγαληγόρως καπ βαθεαν γιοπνευματικν πείρα διατυπωμένα, στε νά μ φαίνωνται ς γεννήματα νθρωπίνης φύσεως, λλ κάποιας λλης, περφυσικς κα ορανίας. νώπιόν τους δέν μπόρεσαν νά σταθον γιά νά δον κα νά κούσουν ο πορευόμενοι στήν πώλειαν αρετικοί, ποτόλμησαν νά μβαθύνουν στά θεα. λλ κατεκεραυνώθησαν, μειναν ναυδοι καπέστρεψαν στά σκοτειν βάθη τούς, π’ που προλθαν. Καπεδείχθησαν τι σαν πίθηκοι πέναντι σ λέοντα κα κώνωπες ναντι λέφαντος, κατ τν παροιμίαν, πειδ δέν κατώρθωσαν νά ντισταθον στήν θεολογικν πιστήμη, στήν κρίβεια τν ποδείξεων κα στίς λοιπς ερολογίες το μεγάλου Γρηγορίου.

Καχι μόνον τώρα, λλά, πως γνωρίζω καλς, κα στόν αἰῶνα τν παντα θ μείνουν κρυμμένοι στά σπήλαιά των ατ κα στίς σήραγγες. ννο μάλιστα τος παδος κακολούθους κα τ πνευματικ τέκνα τν αρετικν τούτων, στερα π τν νατολν το νοητο τούτου λίου τς θεολογίας μ τν κδοση τν συγγραμμάτων του. Τ συγγράμματα ατγ εχαρίστως τ παρομοιάζω μκείνην τν Σκηνν το Μωυσέως, ποταν ντίτυπος τς γς, το ορανο κα τν περουρανίων. Διότι τ μν θικμοιάζουν μ τν ντίτυπο τς γς αλν τς Σκηνς. Τ δ νηπτικά, φυσικ καξηγητικά, μοιάζουν μ τντίτυπα το ορανο, τγια. Κα τ θεολογικμοιάζουν, κατ τoν μυσταγωγν Δαβίδ, μ τγια τν γίων, πο εναι ντίτυπα τν περουρανίων κείνων δύτων «κα τς πρώτης φύσεως, ση μένει σω το πρτον καταπετάσματος κα συγκαλύπτεται π τ Χερουβίμ».

Ἐὰν δ κάποιος ζητ νά μάθ τν μορφν τς κφράσεως, ς γνωρίζ, ἐὰν δέν μ θεωρ φαλο κριτν ατν τν πραγμάτων, τι νδρας δέν ταν μοιρος οτε στό θέμα το κάλλους το λόγου. «Διότι εχε περάσει λην τν ξωχριστιανικν φιλοσοφία, κα δέν ταν μελέτητος οτε στα σχήματα τς ητορικς, οτε στερετο π τ μέλι τν ττικν χαρίτων, καπ τν λλη κομψότητα κα εμορφία τν λόγων. λόγος του εναι σύμμετρος στίς περιόδους, κα ατ φαίνεται παντο, περισσότερο δ στά ξηγητικά, τγκωμιαστικ κα τντιῤῥητικ συγγράμματά του. Παντομως εναι δημιουργς σαφηνείας περισσότερον π κάθε λλον, χρησιμοποιε κυριολεξίες κακφραστικς λέξεις κριβείας, τηρε τος συντακτικος κανόνες καποφεύγει τπερβατ καλλειπτικ σχήματα κα τς μεταφορές, καθς κα τς σχοινοτενες περιόδους. Παρ’ λ’ ατμως λόγος του δέν κατέρχεται σ πεζότητα. Διότι πάντοτε πιτυγχάνει ριστον συνδυασμν το σαφος μ τψηλ κα σοβαρόν, ποφεύγοντας τς λλείψεις κα τς περβολές, κινούμενος στόν χρο τς μεσότητος. Σλα δ τ συγγράμματά του κμάζει γλυκύτης, λαμπρότης κα τ στρογγυλν το λόγου, πο τν κάνουν νά μοιάζη μ μαργαριτάρι.

ς κ τούτου πιτυγχάνει, στε τψηλν κα δυσθεώρητον τν θεωρημάτων το περ τς Τριαδικς Θεολογίας τς μυστικς Οκονομίας το Θεο Λόγου, νά μ γίνωνται δύσκολα στήν κατανοήσ. γλυκύτατος ατς δικός μου ήτωρ διακρίνεται γιά τν νετον πομνημονεύσ κειμένων, γιά τν πλούσιον λόγο του κα γιά τν κριβολογία του. Εναι δογματικός, συλλογιστικς καποφαντικός, καγαπδιαιτέρως τν νασχόληση μ τ νηπτικ κα θεολογικ θέματα. Γι’ ατ κα λόγος του, ταν συγγράφ, μοιάζει νά χ βάσ κυβικν τετράγωνον. ς κ τούτου εναι ποτελεσματικώτατος κα παρέχεται ς πόδειγμα στούς φιλολόγους πρς μίμησιν. παινονται δηλαδ διττς ατ τ συγγράμματα π τ χρυσον γένος τν λογίων, δηλ. κας πρς τ βάθη το Πνεύματος λλ κας πρς τ κάλλη το φθέγματος. Διότι ποιητς τν συγγραμμάτων ατν εναι μόνος, νας π τος λίγους, πο εδοκίμησε κα στά δύο ατά, δεινς στήν νόησ κα στό νά κφράση εμορφα ατό πού χει συλλάβει. Κα θμποροσε νά μεταβάλ τν λόγο του σ κπο μ τριαντάφυλλα ναρμόνιο λύρα γλυκύφθογγο σάλπιγγα, ἐὰν πρτν δέν εχεν γκαταλείψει τν νασχόληση μ τος λόγους, χάριν τς σκήσεως κα τς προσευχς, πως λέγει διος γιά τν αυτν του.

Τ λεγόμενά μου μαρτυρε καγιώτατος κα σοφώτατος μεταξ τν Πατριαρχν Φιλόθεος, λέγοντας περ τν συγγραμμάτων το θείου Γρηγορίου, κα μάλιστα περ τν νηπτικν κα θεολογικν, τξς: «λλ τ νά επ κανείς, θεία καερ κεφαλή, περ ατν τν ερν σου λόγων. Διότι ατο κυρίως πρέπει νά νομάζωνται ερο λόγοι. Μλλον μως ερο εναι λοι σοι ναφέρονται στά θεα καερ πράγματα. ν οδικοί σου δικαίως πρέπει νά λέγωνται χι μόνον εροπως ολλοι, λλερο τν ερν, πως εναι τγια τν γίων κα τσμα τν σμάτων, πως λέγει κάποιος π τος ψηλος θεολόγους, ς περιεκτικώτερα κα κυριώτερα».

Κα συμπληρώνει γιος Φιλόθεος τελειώνοντας τν βίο το θεσπεσίου Γρηγορίου: «Σύ λοιπν κα τώρα πού μετέστης πρς τν Χριστόν, ποπτεύεις τν ποίμνη σου καλο τ κοινν τς κκλησίας κόμη τρανότερα πψηλά. Κάθε εδους νόσο θεραπεύεις, καταρτίζεις μ τος λόγους σου, ποδιώκεις τς αρέσεις καπαλλάσσεις π παντοειδ πάθη. Διότι οδέποτε θ λησμονήσης τν ερν κείνην πιστήμη κα τος τόσο μεγάλους γνες καδρτες πρς χάριν μας… Κα λύσε τν καταιγίδα ατν τν πολλν κα ποικίλων παθν κα πειρασμν, πο κορυφώνεται π τόσο μακρν χρόνο κα διεγείρει τν τρικυμίαν ατ κα τν ζάλη, πάλλαξέ μας τώρα π τ παρόντα μγαθς λπίδες γιά τκεθε κα γιά τν προσδοκωμένην μακαρίαν ναψυχ κανεση ν Χριστησο τ Κυρίμν, δόξα κα τ κράτος, σν τνάρχ Πατρ κα τ ζωοποι Πνεύματι, νν καε κα ες τος αἰῶνας τν αώνων. μήν».

Πηγή: Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου Καρέα

Επιμέλεια: π. Στέφανος Κωστόπουλος

(Καθεδρικός Ιερός Ναός Αγίας Τριάδος Βύρωνος)

ΓΩΝΙΑ ΜΙΚΡΩΝ ΦΙΛΩΝ

Πηγή: Ιερά Μητρόπολις Λεμεσού