banner11

Η Περιτομή του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού

του Σεβ. Μητροπολίτου Αυλώνος κ. Χριστοδούλου 

Τήν Πρωτοχρονιά ἑορτάζουμε «τήν κατά σάρκα Περιτομή

τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ»[1]. Ἑορτάζοντας, λοιπόν, αὐτή τή Δεσποτική ἑορτή, καλούμαστε νά σταθοῦμε στήν ἀνεύρεση, στή γνώση, στήν κατοχή καί στόν ἐνστερνισμό τῆς ἀλήθειας. Τῆς ἀλήθειας πού γνήσιος φορέας της εἶναι ἡ ἐκκλησιαστική μας παράδοση.

Τέσσερα εἶναι, ἀπό τά πολλά, τά σημαντικότερα στοιχεῖα πού μᾶς παρουσιάζει ἡ ὑμνολογία τῆς ἑορτῆς, τά ὁποῖα καθορίζουν καί νοηματοδοτοῦν τήν ἑορτή τῆς Περιτομῆς: 1) Ἡ ὀνοματοδότηση τοῦ Χριστοῦ, 2) ἡ ἄπειρη συγκατάβαση καί κένωσή Του, 3) ἡ μέσῳ τῆς ὑπακοῆς ὑπέρβαση τοῦ Νόμου καί 4) ἡ ἔναρξη, ὁ ἐγκαινιασμός τῆς ὄγδοης ἡμέρας τῆς Δημιουργίας. Ἐπιχειροῦμε, λοιπόν, στό ἑξῆς μιά συνεξέταση τῶν σημείων καί τῶν στοιχείων αὐτῶν πάντοτε σέ ἀναφορά πρός τήν ὑμνολογική τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας παράδοση.

Ἡ ὀνοματοδότηση τοῦ Χριστοῦ: Εἶναι σέ ὅλους γνωστό τό γεγονός ὅτι μέσα στό πολιτιστικό καί θρησκευτικό χῶρο τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ ἐπικρατεῖ ἔντονα ἡ πεποίθηση, ὅτι ἡ γνώση καί ἡ ἐκφώνηση τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ ἐξασκεῖ κάποια δύναμη ἐπ’ αὐτοῦ[2]. Ὁ Θεός τοῦ Μωϋσῆ καλεῖται Γιαχβέ. Στά κατοπινά ὅμως χρόνια οἱ Ἑβραῖοι, λόγῳ θρησκευτικοῦ δέους, ἀπέφευγαν τήν ἐκφώνηση τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτό ἀντικατέστησαν τόν ὅρο Γιαχβέ = ὁ Θεός μέ τούς ὅρους Ἀδωνάϊγ = ὁ Κύριος καί Ἐλωχείμ = ὁ Ἰσχυρός[3].

Σέ πλήρη ἀντίθεση πρός αὐτές τίς θρησκευτικές καί πολιτιστικές ἀντιλήψεις βρίσκεται ἡ Περιτομή τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστός δέν διστάζει, οὔτε δειλιάζει νά ἀποκαλύψει τό ὄνομά Του. Ἀντίθετα μάλιστα μέ χαρά δέχεται ὄχι μόνο τήν ἀποκάλυψη τοῦ ὀνόματός Του, ἀλλά καί τή χρήση του ἀπό τούς ἀνθρώπους, μιᾶς καί τό ὄνομα Ἰησοῦς σημαίνει ὁ Γιαχβέ εἶναι σωτηρία[4]. Ἐπίσης ὁ λόγος Του «ἐγώ εἰμί» στό Εὐαγγέλιο ἀποκαλύπτει στό πρόσωπό Του τόν Γιαχβέ, ὡς  ἔνσαρκος Λόγος, τό ἱερό ὄνομα τοῦ Θεοῦ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης[5]. Ὁ Ἰησοῦς ποικιλότροπα ἀποκάλυπτε τή Θεότητά Του ἀνάλογα μέ τή δεκτικότητα καί τήν πνευματική ὡριμότητα τῶν ἀκροατῶν του ἤ χρησιμοποιοῦσε τόν μεσσιανικό ὅρο «Υἱός τοῦ ἀνθρώπου»[6], παραπέμποντας ἔτσι ἀναγωγικά τή Θεότητά Του στούς Ἰουδαίους.

Ὁ ὅρος Χριστός, ἀπό τό ρῆμα χρίω, ἀποτελεῖ μετάφραση τῆς ἑβραϊκῆς λέξεως masiah καί ἀποδίδεται στά ἑλληνικά μέ τό Μεσσίας. Στήν Καινή Διαθήκη ἡ λέξη χρησιμοποιεῖται πάντοτε ὡς ρηματικό ἐπίθετο μέ δύο ἔννοιες. Ἡ κύρια σημασία τῆς λέξεως εἶναι ὁ κεχρισμένος ἀπό τόν Θεό, ὁ Χριστός τοῦ Κυρίου, ὁ Μεσσίας. Μέ τήν πάροδο ὅμως τοῦ χρόνου ἡ λέξη Χριστός ἀπόκτησε τήν ἔννοια κύριου ὀνόματος[7]. Τήν ἴδια πραγματικότητα ὑπογραμμίζει καί τό ὄνομα Ἐμμανουήλ, «ὅ ἐστιν μεθερμηνευόμενον μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός»[8]. Ὁ Ἰησοῦς ἐκράτησε τόν ὅρο Χριστός γιά τόν ἑαυτό Του ὡς προσιδιάζοντα μόνον σ’ Αὐτόν, ὡς πάνσοφο Θεό καί νομοθέτη καί νομοδότη καί τόν μόνο αὐθεντικό Διδάσκαλο τοῦ Νόμου[9].

Ὁ Εὐσέβιος Καισαρείας στήν ἑρμηνεία του στούς Ψαλμούς γράφει πολύ χαρακτηριστικά: «Ὄνομα δέ δόξης αὐτοῦ ἡ θεότης αὐτοῦ τυγχάνει˙ εἰ γάρ τό γεγενημένον ἐκ τῆς ἁγίας Παρθένου ὀνόματος ἠξίωται τοῦ Ἰησοῦ κατά τόν Γαβριήλ φήσαντα πρός τόν Ἰωσήφ καί τέξεται υἱόν, καί καλέσεις τό ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν. Ἀκόλουθόν ἐστι τό τῆς δόξης αὐτοῦ ὄνομα τήν περί αὐτοῦ νοεῖσθαι θεολογίαν, δι’ ἧς Θεός Λόγος καί μονογενής ὁ ὤν εἰς τόν κόλπον τοῦ Πατρός ἐπινενόηται»[10]. Τά στοιχεῖα αὐτά μᾶς τά ἀποκαλύπτουν τά στιχηρά τῶν Αἴνων, ἡ Ἐνάτη Ὠδή καί τό ἐξαποστειλάριο τῆς ἑορτῆς[11].

Ὁ Χριστός ἕνεκα τῆς ἀπειρόδωρης χάρης καί φιλανθρωπίας Του[12] ἀποκαλύπτει τό ὄνομά Του ὄχι μόνο γιά χρήση, ἀλλά καί κατοχή ἀπό τό ἀνθρώπινο γένος. Αὐτό φανερώνει τήν ἄπειρη καί ἄφατη, ἄρρητη καί ἀδήριτη συγκατάβασή Του˙ τήν ἐθελούσια κένωση, τήν ἀπόλυτα ἠθελημένη, πού εἶναι τό δεύτερο στοιχεῖο. Ὁ Χριστός προσφέρει τόν ἑαυτό Του ὁλοκληρωτικά, μοναδικά καί ἀνεπανάληπτα στόν ἄνθρωπο. Αὐτή ἡ προσφορά παρέχει στόν ἄνθρωπο τήν εὐκαιρία καί τή δυνατότητα, γνωρίζοντάς Τον καί κατακτώντας Τον, νά γίνεται κατά χάρη θεός. Πόσο ὄμορφα τό ὑπογραμμίζει αὐτό ὁ Μέγας Ἀθανάσιος: «Αὐτός γάρ ἐνανθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν»[13].

Ἡ γνώση καί ἡ κατάκτηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, πού ἀποτελεῖ τήν προϋπόθεση καί ταυτόχρονα τόν ἀκρογωνιαῖο λίθο τῆς αὐτοκένωσης καί τῆς ἐθελούσιας ἰδικῆς Του συγκαταβάσεως στό γένος τῶν ἀνθρώπων, δίνει πλέον τήν εὐκαιρία καί τή δυνατότητα στόν ἄνθρωπο νά ἐκπληρώσει οὐσιαστικά τό ὀντολογικό περιεχόμενο τοῦ ὀνόματός Του ὡς ἀνθρώπου, ὡς ἀληθινά δηλαδή ἄνω θρώσκοντος˙ ὡς προορισμένου καί προεκλεγμένου κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο «πρό καταβολῆς κόσμου»[14] νά κατακτά τόν οὐρανό, νά προσλαμβάνει τόν Θεό,  νά γίνεται κι ἐκεῖνος καθημερινά ἕνας κατά χάρη θεός. Τά στιχηρά Ἰδιόμελα τοῦ Ἑσπερινοῦ μέ κάθε ἐνάργεια ἀναφέρονται στά ἀνωτέρω[15].

Μέ τήν πράξη Του λοιπόν αὐτήν ὁ Χριστός «ἔδωκεν ἑαυτόν τύπον καί ὑπογραμμόν, πᾶσι πρός σωτηρίαν», κατά τό στιχηρό Ἰδιόμελο τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς. Δέν ξεχώρισε ὁ Χριστός, οὔτε ξεχωρίζει. Ἀλλά δίνει τόν ἑαυτό Του τύπο καί ὑπογραμμό πρός ὅλους τούς ἀνθρώπους, προκειμένου ὅλοι οἱ ἄνθρωποι – σύμπαν τό ἀνθρώπινο γένος νά γευθεῖ τῆς σωτηρίας ὑπό τή ρητή πάντοτε  προϋπόθεση, ὅτι καί θά ἀποδειχθεῖ καί θά ἐνστερνισθεῖ καί θά βιώσει, μ’ ἄλλα λόγια, αὐτόν τόν τύπον καί αὐτόν τόν ὑπογραμμό, πού μέ τόση σαφήνεια μᾶς παρουσιάζει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός μέ τήν ἔνσαρκη ἐπί γῆς παρουσία Του.

Πῶς κατορθώνεται κάτι τέτοιο; Εἶναι τό σημεῖο στό ὁποῖο ἐρχόμαστε. Τήν ἀπάντηση στό ἐρώτημα αὐτό μᾶς τή δίνει μέ κάθε σαφήνεια ὁ ἱερός ὑμνωδός μέ τήν διά μέσου τῆς ἀπόλυτης ὑπακοῆς καί ὑποταγῆς στό Νόμο, ἀναίρεση τοῦ Νόμου ἀπό τόν Ἴδιο τόν Χριστό. Τό ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς καθώς καί τό ἐξαποστειλάριο δέν ἀφήνουν καμμιά ἀμφιβολία γιά «τοῦ λόγου τό ἀληθές»[16].

Μετά τήν ἐνσάρκωση τοῦ Χριστοῦ καί ἀσφαλῶς ὅλα γενικά τά σωτηριώδη γεγονότα τῆς θείας Οἰκονομίας, ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά γίνει κατά χάρη θεός. Αὐτό εἶναι τό θεμελιακό μήνυμα καί τῆς ἑορτῆς τῆς Περιτομῆς τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ἡ μέσα ἀπό τήν ὑπακοή στό Νόμο, ὑπέρβαση καί ἀναίρεση τοῦ ἴδιου τοῦ Νόμου. Ὁ Νόμος εἶναι παιδαγωγός εἰς Χριστόν.[17] Ἐφόσον λοιπόν ὁ Νόμος ὡς παιδαγωγός εἰς Χριστόν ἦτο προσωρινός καί δέν εἶχε ἀφ’ ἑαυτοῦ τόν σκοπόν, ἀλλ’ ἦτο μόνον παιδαγωγός εἰς Χριστόν, μέ αὐστηρή λογική κρίση ἕπεται, ὅτι ὁ Χριστός εἶναι τό τέλος[18], ὁ σκοπός δηλαδή καί ἐξαιτίας αὐτοῦ τό χρονικό τέλος τοῦ Νόμου. Ὁ Χριστός μέ τά ἐσχατολογικά γεγονότα τῆς θείας Οἰκονομίας συμπληρώνει τό Νόμο καί τόν αἴρει. Ἀφοῦ ἐπλήρωσε ὁ Χριστός τό Νόμο ἔγινε ὁ ἴδιος τό τέλος τοῦ νόμου ὡς ὁδός σωτηρίας καί ὡς κανόνας ζωῆς.

Ὁ Χριστός, ὡς ἄνθρωπος, ὑπακούοντας καί ὑποτασσόμενος στό Νόμο, πού ὁ Ἴδιος ἐνομοθέτησε, τόν πληρώνει, τόν ὑπερβαίνει καί συνεπῶς ὡς Θεός τόν καταργεῖ, καθότι «ὁ Νόμος διά Μωϋσέως ἐδόθη, ἡ χάρις καί ἠ ἀλήθεια διά Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο».[19]

Κατά φυσική ἀκολουθία ὁ Χριστός καλεῖ καί ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος μέσα ἀπό τήν πιστή ὑπακοή καί ὑποταγή νά ὑπερβεῖ καί νά καταργήσει τό Νόμο καί νά προσκολληθεῖ στή θεϊκή ἐλευθερία τῆς δόξας τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ.[20] Ἐκεῖ πνέει τό Πανάγιο Πνεῦμα καί ἡ παρουσία Του καί μόνον εἶναι ἐλευθερία.[21] Αὐτή τήν ἀλήθεια διατυπώνει θαυμάσια ὁ ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σῦρος, ὅταν γράφει: «Ὅταν ὑπεραναβῇς τήν ὁδόν τῆς δικαιοσύνης, τότε προσκολληθήσῃ τῇ ἐλευθερίᾳ ἐν παντί πράγματι».[22] Ἡ ὁδός τῆς δικαιοσύνης κατά τόν ἴδιο ἅγιο Πατέρα εἶναι τά ἔργα τῆς δικαιοσύνης.[23]

Αὐτή τήν ἐλευθερία πέτυχε ὁ Χριστός μέ τήν ὑπακοή καί τήν ὑποταγή Του στό Νόμο καί σ’ αὐτήν προσκαλεῖ ὅλους τούς ἀνθρώπους. Καί τότε μπορεῖ νά λάβει σάρκα καί ὀστᾶ ἡ ὀγδοάς, δηλαδή ἡ ὄγδοη ἡμέρα τῆς Δημιουργίας.[24] Ἡ ἔννοια καί ἡ πραγματικότητα τῆς ὄγδοης ἡμέρας τῆς Δημιουργίας βρίσκονται κατεσπαρμένες στή χριστιανική γραμματεία τῶν πρώτων αἰώνων καί εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένες μέ τήν ἔννοια τοῦ σαββατισμοῦ τοῦ Θεοῦ.

Μετά τήν ὁλοκλήρωση τῆς Δημιουργίας σέ ἕξι ἡμέρες ἦρθε ὁ τοῦ Θεοῦ σαββατισμός. Κατά τήν ὄγδοη ἡμέρα ἀπό τή Γέννησή Του, στά ὀνομαστήριά Του,[25] ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἐγκαινιάζει τήν ὄγδοη ἡμέρα τῆς Δημιουργίας, πού εἶναι ἄληκτη καί πού δέν εἶναι ἄλλη καμμιά ἀπό τήν τῆς Ἐκκλησίας Του καί τῆς Βασιλείας Του ἡμέρα. Ὁ Κανόνας  τῆς ἑορτῆς ὑπογραμμίζει τίς ἀνωτέρω ἀλήθειες.[26]

Αὐτός ὁ τύπος τῆς μέλλουσας ὀγδοάδος, πού παραμένει ἄληκτη καί πού εἰκονίζει τό πλήρωμα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ὑπερβαίνοντας μέ τόν τρόπο αὐτό τόν σαββατισμό Του, ἐγκαινιάζεται μέ τήν Περιτομή τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτός ὅμως ὁ τύπος, αὐτό τό ἀρχέτυπο βρίσκει τό ὀντολογικό του πλήρωμα στό σαββατισμό τοῦ Κυρίου τό Μεγάλο Σάββατο,[27] τήν ὀντολογική του ἀπαρχή στή Λαμπροφόρο Ἀνάστασή Του καί στό τῆς Πεντηκοστῆς μυστήριο. Καί πέραν αὐτῶν στόν ἀτέρμονα «χωροχρόνο» τῆς θείας ἀϊδιότητας τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.[28]

ποιμιν

ΓΩΝΙΑ ΜΙΚΡΩΝ ΦΙΛΩΝ

Πηγή: Ιερά Μητρόπολις Λεμεσού