επικοινωνία unnamed  321  290  267  dgd

banner11

Ἡ Ὁσία και θεοφόρος Μαρία ἡ Αἰγυπτία (1 Απριλίου)

Τν Βίο τς σίας Μαρίας τς Αγυπτίας συνέγραψε γιος Σωφρόνιος Πατριάρχης εροσολύμων († 11 Μαρτίου), ποος συνέγραψε διάφορα σκητικ κα μνογραφικ κείμενα πο διαποτίζονται π τ  πνεμα τς ρθοδόξου θεολογίας κα τς σκητικς παραδόσεως.

σία Μαρία γεννήθηκε στν Αγυπτο κα ζησε κατ τος χρόνους το ατοκράτορος ουστινιανο (527 – 565 μ.Χ.). π τ δώδεκα χρόνια της πέρασε στν Αγυπτο μία ζω σωτίας, φο π τν μικρ ατ λικία διέφθειρε τν παρθενία της κα εχε συγκράτητο κα χόρταγο τ πάθος τς σαρκικς μείξεως. Ζώντας ατν τν ζω δν εσέπραττε χρήματα, λλ πλς κανοποιοσε τ πάθος της. δια ξαγορεύθηκε στν ββ Ζωσιμ τι διετέλεσε: «δημόσιον προκείμενη τς σωτίας πέκκαυμα, ο δόσεώς τινος, μ τν λήθειαν, νεκεν», κάνοντας δηλαδ τ ργο της δωρεάν, «κτελοσα τ ν μο καταθύμιον». Κα πως το πεκάλυψε, εχε κόρεστη πιθυμία κα κατάσχετο ρωτα ν κυλιέται στ βόρβορο πο ταν ζωή της κα σκεπτόταν τσι ντροπιάζοντας τν νθρώπινη φύση.

Λόγω τς σωτης ζως κα τς σαρκικς πιθυμίας πο εχε, κάποια φορ κολούθησε τος προσκυνητς πο πήγαιναν στ εροσόλυμα γι ν προσκυνήσουν τν Τίμιο Σταυρό. Κα ατ τ κανε, χι γι ν προσκυνήσει τν Τίμιο Σταυρό, λλ γι ν χει πολλος ραστς πο θ ταν τοιμοι ν κανοποιήσουν τ πάθος της. Περιγράφει δ κα δια ρεαλιστικ  κα τν τρόπο πο πιβιβάστηκε στ πλοιάριο. Καί, πως δια ποκάλυψε, κατ τν διάρκεια το ταξιδιο της δν πρχε εδος σέλγειας π σα λέγονται κα δν λέγονται, το ποίου δν γινε διδάσκαλος σ κείνους τος ταλαίπωρους ταξιδιτες. Κα δια ξέφρασε τν πορία της γι τ πς θάλασσα πέφερε τς σωτίες της κα γιατί γ δν νοιξε τ στόμα της κα δν τν κατέβασε στν δη, πειδ εχε παγιδεύσει τόσες ψυχές. Κατ τν διάρκεια το ταξιδιο ατο δν ρκέστηκε στ τι διέφθειρε τος νέους, λλ διέφθειρε κα πολλος λλους π τος κατοίκους τς πόλεως κα τος ξένους πισκέπτες. Κα στ εροσόλυμα πο πγε κατ τν ορτ το Τιμίου Σταυρο, περιφερόταν στος δρόμους «ψυχς νέων γρεύουσα».

Ασθάνθηκε μως, βαθι μετάνοια π να θαυματουργικ γεγονός. ν εσερχόταν στ να γι ν προσκυνήσει τ Ξύλο το Τιμίου Σταυρο, κάποια δύναμη τν μπόδισε ν προχωρήσει. Στν συνέχεια στάθηκε μπροστ σ μία εκόνα τς Παναγίας, δειξε μεγάλη μετάνοια κα ζήτησε τν καθοδήγηση κα βοήθεια τς Παναγίας. Μ τν βοήθεια τς Θεοτόκου εσλθε νεμπόδιστα ατ τν φορ στν ερ να κα προσκύνησε τν Τίμιο Σταυρό. Στν συνέχεια, φο εχαρίστησε τν Παναγία, κουσε φων πο τν προέτρεπε ν πορευθε στν ρημο, πέραν το ορδάνου. μέσως ζήτησε τν συνδρομ κα τν προστασία τς Θεοτόκου κα πρε τν δρόμο της πρς τν ρημο, φο προηγουμένως πέρασε π τν ερ μον το Βαπτιστο στν ορδάνη ποταμ κα κοινώνησε τν χράντων Μυστηρίων. Στν ρημο ζησε σαράντα πτ χρόνια, χωρς ποτ ν συναντήσει νθρωπο.

Κατ τ πρτα δεκαεπτ χρόνια στν ρημο, πάλεψε πολ σκληρ γι ν νικήσει τος λογισμος κα τς πιθυμίες της, οσιαστικ γι ν νικήσει τν διάβολο πο τν πολεμοσε μ τς ναμνήσεις τς προηγούμενης ζως.

σία ζοσε δεκαεπτ χρόνια στν ρημο «θηρσν νημέροις τας λόγοις πιθυμίαις πυκτεύουσα». Εχε πολλς πιθυμίες φαγητν, ποτν κα «πορνικν σμάτων» κα πολλος λογισμος πο τν θοσαν πρς τν πορνεία. μως, ταν ρχόταν κάποιος λογισμς μέσα της, πεφτε στν γ, τν βρεχε μ δάκρυα κα δν σηκωνόταν π τ γ «ως του τ φς κενο τ γλυκ περιέλαμψεν κα τος λογισμος τος νοχλοντας μοι δίωξεν». Συνεχς προσευχόταν στν Παναγία, τν ποία εχε γγυήτρια τς ζως τς μετανοίας πο κανε. Τ μάτιό της σχίσθηκε κα καταστράφηκε κα κτοτε παρέμεινε γυμνή. Καιγόταν π τν καύσωνα κα τρεμε π τν παγετ κα «ς πολλάκις με χαμα πεσοσαν πνουν μεναι σχεδν κα κίνητον».

στερα π σκληρ γνα, μ τ Χάρη το Θεο κα τν συνεχ προστασία τς Παναγίας, λευθερώθηκε π τος λογισμος κα τς πιθυμίες, πότε μεταμορφώθηκε τ λογιστικ κα παθητικ μέρος τς ψυχς της, καθς πίσης θεώθηκε κα τ σμα της.

Λόγω τς μεγάλης πνευματικς της καταστάσεως στν ποία φθασε σία Μαρία, λαβε π τν Θε τ διορατικ χάρισμα.

ταν γυμν λλ τ σμα της περέβη τς νάγκες τς φύσεως. Λέγει δια: «Γυν γρ εμί, κα γυμνή, καθάπερ ρς, κα τν ασχύνην το σώματός μου περικάλυπτον χουσα». Τ σμα τρεφόταν μ τ Χάρη το Θεο: «Τρέφομαι γρ κα σκέπτομαι τ ήματι το Θεο διακρατοντος τ σύμπαντα». Στ περίπτωσή της, πως κα σ λλες περιπτώσεις γίων, παρατηρομε τι ναστέλλονται ο νέργειες το σώματος. Ατ ναστολ τν σωματικν νεργειν φειλόταν στ τι ψυχή της δεχόταν τν νέργεια το Τριαδικο Θεο κα ατ θεία νέργεια διαπορθμευόταν κα στ σμα της: «ρκεν εποσα τν χάριν το Πνεύματος, στε συντηρεν τν οσίαν τς ψυχς μίαντον».

κείνη τν περίοδο σκήτευε σ να μοναστήρι ερομόναχος ββς Ζωσιμς († 4 πριλίου), πο ταν κεκοσμημένος μ γιότητα βίου. βλεπε θεία ράματα, καθς το εχε δοθε τ χάρισμα τν θείων λλάμψεων, λόγω το τι ζοσε μέχρι τ πενήντα τρία του χρόνια μ μεγάλη σκηση κα ταν φημισμένος στν περιοχή του. Τότε, μως, εσλθε μέσα του νας λογισμς κάποιας πνευματικς περοψίας, γι τ ν δηλαδ πρχε λλος μοναχς πο θ μποροσε ν τν φελήσει ν το διδάξει κάποιο καινούργιο εδος σκήσεως. Θεός, γι ν τν διδάξει κα ν τν διορθώσει, το ποκάλυψε τι κανένας νθρωπος δν μπορε ν φθάσει στν τελειότητα. Κα στν συνέχεια το πέδειξε ν πορευθε σ να μοναστήρι πο βρισκόταν κοντ στν ορδάνη ποταμό.

ββς Ζωσιμς πάκουσε στν φων το Θεο κα πγε στ μοναστήρι το γίου ωάννου το Βαπτιστο, πο το ποδείχθηκε. κε συνάντησε τν γούμενο κα τος μοναχούς, κα διέκρινε τι κτινοβολοσαν τ Χάρη κα τν γάπη το Θεο, ζώντας ντονη μοναχικ ζω μ κτημοσύνη, μ μεγάλη σκηση κα διάλειπτη προσευχή.

Στ μοναστήρι ατ πρχε νας κανόνας. Σύμφωνα μ ατόν, τν Κυριακ τς Τυρινς πρ τς νάρξεως τς Μεγάλης Σαρακοστς, φο ο μοναχο κοινωνοσαν τν χράντων Μυστηρίων, προσεύχονταν κα σπάζονταν μεταξύ τους, κα πειτα λάμβαναν καθένας  τους μερικς τροφς κα φευγαν στν ρημο πέραν το ορδάνου, γι ν γωνισθον κατ τν περίοδο τς Τεσσαρακοστς τν γνα τς σκήσεως. πέστρεφαν δ στ μοναστήρι τν Κυριακ τν Βαΐων, γι ν ορτάσουν τ Πάθη, τν Σταυρ κα τν νάσταση το Χριστο. Εχαν ς κανόνα ν μν συναντ κανες τν λλο δελφ στν ρημο κα ν μν τν ρωτ, ταν πέστρεφαν, γι τ εδος τς σκήσεως πο κανε τν περίοδο ατή.

Ατν τν κανόνα φάρμοσε κα ββς Ζωσιμς. φο λαβε λάχιστες τροφές, βγκε π τ μοναστήρι κα πορεύθηκε στν ρημο, χοντας τν πιθυμία ν εσέλθει σο μποροσε πι βαθει σ ατή, μ τν λπίδα μήπως συναντήσει κάποιον σκητ πο θ τν βοηθοσε ν φθάσει σ ατ πο ποθοσε. Πορευόταν προσευχόμενος κα τρώγοντας λάχιστα. Κοιμόταν δ που ερισκόταν.

Εχε περπατήσει μία πορεία εκοσι μερν ταν, κάποια στιγμ πο κάθισε ν ξεκουραστε κα ψελνε, εδε στ βάθος μία σκι πο μοιαζε μ νθρώπινο σμα. Στν ρχ θεώρησε τι ταν δαιμονικ φάντασμα, λλ πειτα διαπίστωσε τι ταν νθρωπος. Ατ τ ν πο βλεπε ταν γυμνό, εχε μαρο σμα – τ σμα ατ προερχόταν π τς λιακς κτνες – κα εχε στ κεφάλι του λίγες σπρες τρίχες, πο δν φθαναν πι κάτω π τν λαιμό. ββς Ζωσιμς βλεπε τν σία Μαρία, τν ρα πο προσευχόταν. σία Μαρία Αγυπτία σκοσε τν διάλειπτη προσευχ κα μάλιστα ββς Ζωσιμς τν εδε ταν κείνη ψωσε τ μάτια της στν οραν κα πλωσε τ χέρια της κα «ρξατο εχεσθαι ποψιθυρίζουσα· φων δ ατς οκ κούετο ναρθρος». Κα σ κάποια στιγμή, ν κενος καθόταν σύντρομος,«ρ ατν ψωθεσαν ς να πχυν π τς γς κα τ έρι κρεμαμένην κα οτω προσεύχεσθαι».

ββς Ζωσιμς προσπάθησε ν πλησιάσει, γι ν διαπιστώσει τί ταν ατ πο βλεπε, λλ τ νθρώπινο κενο ν πομακρυνόταν. τρεχε ββς Ζωσιμς, τρεχε κα κενο. Κα ββς κραύγαζε μ δάκρυα πρς ατ στε ν σταματήσει, γι ν λάβει τν ελογία του. κενο μως δν νταποκρινόταν. Μόλις φθασε ββς σ κάποιο χείμαρρο κα πόκαμε, κενο τ νθρώπινο ν φο τν ποκάλεσε μ τ μικρό του νομα, πργμα πο προκάλεσε μεγάλη ντύπωση στν ββ, το επε τι δν μπορε ν γυρίσει κα ν τν δε κατ πρόσωπο, γιατί εναι γυνακα γυμν κα χει κάλυπτα τ μέλη το σώματός της. Τν παρακάλεσε, ν θέλει, ν τς δώσει τν εχή του κα ν τς ρίξει να κουρέλι π τ ροχα του, γι ν καλύψει τ γυμν σμα της. ββς κανε τι το επε κα τότε κείνη στράφηκε πρς ατόν. ββς μέσως γονάτισε γι ν λάβει τν εχή της, ν τ διο κανε κα κείνη. Κα παρέμειναν κα ο δυ γονατιστο «καστος ξαιτν ελογσαι τν τερον».

πειδ ββς ναρωτιόταν μήπως βλεπε μπροστά του κάποιο υλο πνεμα, κείνη διακρίνοντας τος λογισμούς του, το επε τι εναι μαρτωλή, πο χει περιτειχισθε π τ γιο Βάπτισμα κα εναι χμα κα στάχτη κα χι υλο πνεμα.

σία Μαρία κατ τν συνάντηση ατή, φο ποκάλυψε λη τν ζωή της, ζήτησε π τν ββ Ζωσιμ ν λθει κατ τν Μεγάλη Πέμπτη τς πόμενης χρονις, σ ναν ρισμένο τόπο στν χθη το ορδάνου ποταμο, κοντ σ μία κατοικημένη περιοχή, γι ν τν κοινωνήσει, στερα π πολλ χρόνια μεγάλης μετάνοιας πο μεταμόρφωσε τν παρξή της. «Κα νν κείνου φίεμαι κατασχέτ τ ρωτι», το επε, δηλαδ εχε κατάσχετο ρωτα ν κοινωνήσει το Σώματος κα το Αματος το Χριστο.

ββς Ζωσιμς πέστρεψε στ μοναστήρι χωρς ν πε σ κανένα τί κριβς συνάντησε, σύμφωνα λλωστε κα μ τν κανόνα πο πρχε σ κείνη τν ερ μονή. μως, συνεχς παρακαλοσε τν Θε ν τν ξιώσει ν δε κα πάλι «τ ποθούμενον πρόσωπον» τν πόμενη χρονι κα μάλιστα ταν στεναχωρημένος γιατί δν περνοσε χρόνος, καθς θελε λος ατς χρόνος ν ταν μία μέρα.

Τ πόμενο τος ββς Ζωσιμς π κάποια ρρώστια δν μπόρεσε ν βγε π τ μοναστήρι στν ρημο, πως καναν ο λλοι πατέρες στν ρχ τς Σαρακοστς κα τσι παρέμεινε στ μοναστήρι. Κα τν Κυριακ τν Βαΐων, ταν εχαν πιστρέψει ο λλοι πατέρες τς Μονς, κενος τοιμάσθηκε ν πορευθε στν τόπο πο το εχε ποδείξει σία, γι ν τν κοινωνήσει.

Τν Μεγάλη Πέμπτη πρε μαζί του σ να μικρ ποτήρι τ Σμα κα τ Αμα το Χριστο, πρε μερικ σύκα κα χουρμάδες κα λίγη βρεγμένη φακ κα βγκε π τ μοναστήρι γι ν συναντήσει τν σία Μαρία. πειδ μως κείνη ργοποροσε ν λθει στν καθορισμένο τόπο, ββς προσευχόταν στν Θε μ δάκρυα ν μν το στερήσει λόγω τν μαρτιν του τν εκαιρία ν τ δε κ νέου.

Μετ τν θερμ προσευχ τν εδε π τν λλη πλευρ το ορδάνη ποταμο, ν κάνει τ σημεο το Σταυρο, ν πατ πάνω στ νερ το ποταμο «περιπατοσαν π τν δάτων πάνω κα πρς κενον βαδίζουσαν». Στν συνέχεια σία τν παρακάλεσε ν πε τ Σύμβολο τς Πίστεως κα τ «Πάτερ μν». κολούθως σπάσθηκε τν ββ Ζωσιμ κα κοινώνησε τν ζωοποιν Μυστηρίων. πειτα ψωσε τ χέρια της στν ορανό, ναστέναξε μ δάκρυα κα επε: «Νν πολύεις τν δούλην σου, Δέσποτα, κατ τ ῥῆμά σου ν ερήν· τι εδον ο φθαλμοί μου τ σωτήριόν σου».

Στν συνέχεια, φο τν παρακάλεσε ν λθει κα τ πόμενο τος στ χείμαρρο πο τν εχε συναντήσει τν πρώτη φορά, ζήτησε τν προσευχή του. ββς γγιξε τ πόδια τς σίας, ζήτησε κα ατς τν προσευχή της κα τν φησε ν φύγει «στένων κα δυρόμενος», διότι τολμοσε «κρατσαι τν κράτητον». κείνη φυγε κατ τν διο τρόπο μ τν ποο λθε, πατώντας δηλαδ πάνω στ νερ το ορδάνου ποταμο.

Τ πόμενο τος, σύμφωνα κα μ τν παράκληση τς σίας, ββς βιαζόταν ν φθάσει «πρς κενο τ παράδοξο θέαμα». φο βάδισε πολλς μέρες κα φθασε στν τόπο κενο, ψαχνε «ς θηρευτς μπειρότατος» ν δε «τ γλυκύτατο θήραμα», τν σία το Θεο. μως δν τν βλεπε πουθενά. Τότε ρχισε ν προσεύχεται στν Θε κατανυκτικά: «Δεξόν μοι, Δέσποτα, τν θησαυρόν σου τν συλον, ν ν τδε τ ρήμ κατέκρυψας· δεξόν μοι, δέομαι, τν ν σώματι γγελον, ο οκ στιν κόσμος πάξιος». Γι τν ββ Ζωσιμ σία Μαρία ταν θικτος θησαυρός, γγελος μέσα σ σμα, πο κόσμος δν ταν ξιος ν τν χει. Κα προσευχόμενος μ τ λόγια ατ εδε «κεκειμένην τν σίαν νεκράν, κα τς χερας οτως σπερ δει τυπώσασαν κα πρς νατολς ρσαν κειμένην τ σχήματι». Βρκε δ κα δική της γραφ πο λεγε: «Θάψον, ββ Ζωσιμ, ν τούτ τ τόπ τς ταπεινς Μαρίας τ λείψανον, ποδς τν χον  τ χοΐ, πρ μο δι παντς πρς τν Κύριον προσευχόμενος, τελειωθείσης, μην Φαρμουθ (κατ’ Αγυπτίους, πως στ κατ Ρωμαίους πρίλιος), ν ατ δ τ νυκτ το πάθους το σωτηρίου, μετ τν το θείου κα μυστικο δείπνου μετάληψιν». Τν βρκε δηλαδ νεκρή, κείμενη στν γ, μ τ χέρια σταυρωμένα κα βλέποντας πρς τν νατολή. Συγχρόνως βρκε κα γραφ πο τν παρακαλοσε ν τν νταφιάσει.

σία κοιμήθηκε τν δια μέρα πο κοινώνησε, φο εχε διασχίσει σ μία ρα πόσταση τν ποία διήνυσε τ πόμενο τος ββς Ζωσιμς σ εκοσι μέρες. Γράφει γιος Σωφρόνιος: «κα νπερ δευσεν δν Ζωσιμς δι εκοσι μερν κοπιν, ες μίαν ραν Μαρίαν διέδραμεν, κα εθς πρς τν Θεν ξεδήμησεν». Τ σμα της εχε ποκτήσει λλες διότητες, εχε μεταμορφωθε.

Στν συνέχεια ββς Ζωσιμς, φο κλαψε πολ κα επε ψαλμος κατάλληλους γι τν περίσταση, «ποίησεν εχν πιτάφιον». Κα μετ μ μεγάλη κατάνυξη, «βρέχων τ σμα τος δάκρυσι» πιμελήθηκε τ τς ταφς. πειδή, μως, γ ταν σκληρ κα διος ταν προχωρημένης λικίας, γι’ ατ δν μποροσε ν τν σκάψει κα βρισκόταν σ πορία. Τότε «ρ λέοντα μέγαν τ λειψάν τς σίας παρεσττα κα τ χνη ατς ναλείχοντα», δηλαδ εδε να λιοντάρι ν στέκεται δίπλα στ λείψανο τς σίας κα ν γλείφει τ χνη της. ββς τρόμαξε, λλ τ διο τ λιοντάρι «οχ τοτον τος κινήμασι μόνον σπαζόμενον, λλ κα προθέσει», δηλαδ τ διο τ λιοντάρι καλόπιανε τν ββ κα τν παρακινοσε κα μ τς κινήσεις του κα μ τς προθέσεις του, ν προχωρήσει στν νταφιασμό της. Λαμβάνοντας ββς θάρρος π τ μερο το λιονταριο, τ παρακάλεσε ν σκάψει ατ τ διο τν λάκκο, γι ν νταφιασθε τ ερ λείψανο τς σίας Μαρίας, πειδ κενος δυνατοσε. Τ λιοντάρι πάκουσε. «Εθς δ μα τ σώματι θαπτόμενο», δηλαδ μ τ μπροστινά του πόδια σκαψε τ λάκκο, σο πρεπε, γι ν νταφιασθε τ σκήνωμα τς σίας Μαρίας.

νταφιασμς τς σίας γινε προσευχομένου το ββ Ζωσιμ κα το λιονταριο «παρεσττος». Μετ τν νταφιασμ φυγαν κα ο δύο, « μν λέων π τ νδον τς ρήμου ς πρόβατον πεχώρησε. Ζωσιμς δ πέστρεψεν, ελογν κα ανν τν Θεν μν».

Κα γιος Σωφρόνιος, Πατριάρχης εροσολύμων, καταλήγει τι γραψε ατ τ βίο «κατ δύναμιν» κα «τς ληθείας μηδν προτιμσαι θέλων».

βίος τς σίας Μαρίας τς Αγυπτίας, δείχνει πς μία πόρνη μπορε ν γίνει κατ Χάριν θεός, πς νθρωπος μπορε ν γίνει γγελος ν σώματι κα πς κατ Χριστν λπίδα μπορε ν ντικαταστήσει τν π το διαβόλου προερχόμενη πόγνωση. Στ πρόσωπο τς σίας Μαρίας τς Αγυπτίας βλέπουμε τν νθρωπο πο ναζητ τν δον κα κυνηγ τος νθρώπους γι τν κανοποίησή τους, λλ μως μ τ Χάρη το Θεο μπορε ν ξαγιασθε τόσο πολύ, στε ν φθάσει στ σημεο ν τν κυνηγον ο γιοι γι ν λάβουν τν ελογία της κα ν σπασθον τ τετιμημένο της σμα, καθς πίσης ν τ σέβονται κα τ γρια ζα.

σία Μαρία Αγυπτία μ τν μετάνοιά της, τν βαθιά της ταπείνωση, τν πέρβαση ν Χάριτι το θνητο κα παθητο σώματός της, φ’ νς μν προσφέρει μία παρηγορι σ λους τος νθρώπους, φ’ τέρου δ ταπεινώνει κείνους πο περηφανεύονται γι τ σκητικά τους κατορθώματα. Δν μέρωσε μόνο τ γρια θηρία πο πρχαν μέσα της, δηλαδ τ λογα πάθη, λλ περέβη λα τ ρια τς νθρώπινης φύσεως κα μέρωσε κόμη κα τ γρια θηρία τς κτίσεως.

Ατς εναι σκοπς κα πλοτος τς νανθρωπίσεως το Χριστο, πο φυλάσσεται μέσα στν κκλησία. Μ τν ποκαλυπτικ θεολογία κα τν ν Χριστ ζω νθρωπος μπορε ν μεταμορφωθε λοκληρωτικά.
κκλησία τιμ τν μνήμη τς σίας Μαρίας τς Αγυπτίας κα τν Ε’ Κυριακ τν Νηστειν.



πολυτίκιον. χος πλ. α’. Τν συνάναρχον Λόγον.
Φωτισθε
σα νθέως Σταυρο τ χάριτι, τς μετανοίας δείχθης φωτοφανς λαμπηδών, τν παθν τν σκοτασμν λιποσα πάνσεμνε· θεν ς γγελος Θεο, Ζωσιμ τ ερ, ράθης ν τ ρήμ, Μαρία σία Μτερ· μεθ’ ο δυσώπει πρ πάντων μν.

Κοντάκιον. χος β’. Τος τν αμάτων σου.

Τος τν γώνων σου πόνοις θεόληπτε, τ τς ρήμου τραχ καθηγίασας· διό σου τν μνήμην δοξάζομεν, ν μνδίαις Μαρία τιμντές σε, σία σίων γλάϊσμα.

τερον Κοντάκιον. χος πλ. δ’. Τ περμάχ.

Τς μετανοίας τν λαμπάδα τν πολύφωτον

Κα γκρατείας τν εκόνα τν θεόγραφον,

Τν Μαρίαν νυμνήσωμεν τν σίαν.

ν ρήμ γρ ς γγελος βίωσε

Κα τν τρώσαντα ατν πρην κατσχυνε·
Ταύτ
λέγοντες· χαίροις Μτερ σάγγελε.

Μεγαλυνάριον.
Α
γυπτον φυγοσα τν τν παθν, δάκρυσιν κπλύνεις, μαρτίας τν μολυσμόν, κα ν τ ρήμ, το ορδάνου Μτερ, ς γγελος Μαρία, ντως γώνισαι.

synaxarion.gr

 

Επιμέλεια:π. Στέφανος Κωστόπουλος (Ιερός Ναός Αγίας Τριάδος Βύρωνος).

ΓΩΝΙΑ ΜΙΚΡΩΝ ΦΙΛΩΝ

Πηγή: Ιερά Μητρόπολις Λεμεσού